Νοτιο Αιγαιο - Κρητη

Η γκάιντα στην Ελλάδα - Νησιά του Νότιου Αιγαίου και Κρήτη

 

Ο άσκαυλος που παίζεται στην Νότια Ελλάδα, κυρίως στα νήσια του Αιγαίου, είναι η τσαμπούνα. Η τσαμπούνα έχει δύο καλάμια που παράγουν τον ήχο. Δεν υπάρχει ισοκράτης. Στο βίντεο που ακολουθεί ο Θεολόγος Γρύλλης από την Πάτμο σε μία παλιά καταγραφή από τη δεκαετία του 80. Ο παρουσιαστής αναφέρει οτι είναι ένας από τους τελευταίους. Ευτυχώς η τσαμπούνα σώθηκε όπως μπορούμε να δούμε στο δεύτερο βίντεο το οποίο είναι από την 7η συνάντηση τσαμπούνας και στο τρίτο βιντεο στο οποίο ακούμε έναν αυτοσχεδιασμό με διαφορετικά τραγούδια από την περιοχή του Αιγαίου από το σχήμα Daulute.

 

undefined

 

 

 

 

Κρήτη

 

Στην Κρήτη ο άσκαυλος είναι γνωστός ως ασκομαντούρα. Μία οπτική διαφορά είναι ότι οι τρίχες του δέρματος είναι συνήθως προς τα έξω.Ο ήχπς παράγεται από δύο καλαμένια ζαμπούνια. Στην πραγματικότητα το δεύτερο ζαμπούνι κρατλαει το ίσο. Στο βίντεο που ακολουθεί ο Δαμιανός Βασιλάκης παίζει μία Κρητική Πεντοζάλη.

 

Αθανάσιος Ουζούνης web editor gaida.gr

 

Η ΤΣΑΜΠΟΥΝΑ

 

Εκτός από την γκάιντα, η τσαμπούνα είναι ο άλλος τύπος ασκαύλου που παίζεται στην Ελλάδα. Είναι ένα τελείως διαφορετικό όργανο, παρά την εξωτερική ομοιότητα του ασκού. Χωρίς ισοκράτη, έχει δύο παράλληλους μελωδικούς αυλούς, όμοια κουρδισμένους, που παίζονται μαζί σαν ένας.

 

Η τσαμπούνα παίζεται κυρίως στα νησιά του Αγαίου: Κυκλάδες (Άνδρο, Τήνο, Μύκονο, Σύρα, Τζια, Κύθνο, Πάρο, Νάξο, Σαντορίνη, Ανάφη, Σίκινο, Φολέγανδρο), Δωδεκάνησα (Πάτμο, Λέρο, Κάλυμνο, Αστυπαλιά, Κάρπαθο), νησιά Β. Αιγαίου (Χίο, Σάμο, Φούρνους, Ικαρία), Εύβοια (Καρυστία) και Κρήτη. Επίσης, στους ποντιακούς πληθυσμούς που είναι εγκατεστημένοι κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς και στα Κύργια Δράμας, ένα χωριό προσφύγων από τα Ντομάτια της Μικράς Ασίας (απέναντι από τη Σάμο).

 

Σχεδόν κάθε τόπος έχει τη δικιά του τσαμπούνα. Η κυριότερη διαφορά έγκειται στις τρύπες των δύο αυλών, που είναι άλλοτε 5:5, άλλοτε 5:3 και άλλοτε 5:1. Μικρότερες αλλά χαρακτηριστικές διαφορές εντοπίζονται ακόμη στην κατασκευή των καλαμίδων που παράγουν τον ήχο, στο υλικό και τη μορφή του σκελετού που συγκρατεί τους δύο αυλούς (ξύλινος ή καλαμένιος, με πρόσθετη καμπάνα από κέρατο βοδιού ή μονοκόμματος με ενσωματωμένη την καμπάνα σε διάφορα σχήματα), στο αν ο ασκός φτιάχνεται από το μπροστινό τμήμα του δέρματος (με λαιμό και μπροστινά πόδια) ή από το πίσω (χωρίς λαιμό και με πίσω πόδια), στη συναρμολόγηση των τμημάτων στον ασκό κατά τρόπο ώστε να κρατιέται κάτω από τον δεξή ή τον αριστερό αγκώνα, κλπ..

 

Εκτός από την πανελλήνια ονομασία τσαμπούνα, και διάφορες τοπικές παραλλαγές της (ζαμπούνα: Σύρα, σαμπούνα: Μύκονος, τσαμούντα: Άνδρος, τζαμπούνα: Πάρος, Νάξος, Ανάφη κ.α.), κατά τόπους ονομάζεται επίσης ασκομαντούρα (Κρήτη), τουλούμ ή αγγείον (Πόντιοι) και κάιντα (Κύθνος).

 

Συνήθως παίζεται με συνοδεία από τουμπάκι, ένα τύμπανο μικρότερο από το νταούλι που παίζεται με δύο ίδια πλήκτρα (τουμπακόξυλα) στην ίδια πλευρά. Αυτός ο συνδυασμός, τα τσαμπουνοτούμπακα, επικρατεί στις Κυκλάδες, την Εύβοια, την ανατολική Κρήτη και τη Χίο (στην Κρήτη και την Εύβοια το τουμπάκι ονομάζεται νταούλι). Στα Δωδεκάνησα συνηθιζόταν από παλιά ένας άλλος συνδυασμός, τα λυροτσάμπουνα (λύρα με τσαμπούνα), που σήμερα παραμένει σε πλήρη χρήση κυρίως στην Κάρπαθο, με την προσθήκη λαούτου. Το λαούτο συνόδευε από παλιά την τσαμπούνα και σε ορισμένες περιοχές της Κύθνου (ενώ σε άλλες έπαιζαν τουμπάκι), ενώ σήμερα γενικά προστίθεται, ως νεωτερισμός, σε όλο και περισσότερα νησιά. Οι Πόντιοι συνοδεύουν την τσαμπούνα κατά παράδοση με νταούλι (το καθαυτό νταούλι, που παίζεται με κόπανο στη μία πλευρά και βίτσα στην άλλη). Τέλος, σε ορισμένα μέρη (Σάμο, Κάλυμνο, κεντρική Κρήτη κ.α.) η παράδοση απαιτεί ασυνόδευτη τσαμπούνα.

 

Στην τσαμπούνα οι 5 τρύπες του ενός αυλού δίνουν έξι νότες, σε διατονική διάταξη, χωρίς δυνατότητα αλλοιώσεων. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται ιδιαίτερα περιοριστικό, παρόλο που στην πραγματικότητα ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των παραδοσιακών σκοπών, όχι μόνο στις περιοχές όπου παίζεται η τσαμπούνα αλλά και πανελληνίως, κινείται μέσα σ' αυτά τα μελωδικά όρια. Η απουσία ισοκράτη σημαίνει ότι καμία νότα δε δεσμεύεται να μονοπωλήσει τον ρόλο της τονικής. Έτσι η τονική μπορεί να μετακινείται σε οποιαδήποτε από τις 4 χαμηλότερες νότες, πράγμα που δημιουργεί μια τροπική ποικιλία. Περαιτέρω ποικιλία επιτυγχάνεται μέσα από ορισμένες εξαιρετικά καλλιεργημένες τεχνικές μινιμαλιστικής σύνθεσης.

 

Υπάρχουν επίσης διάφορες τεχνικές διφωνίας, που εξαρτώνται πρωτίστως από τον τύπο τσαμπούνας (5:5, 5:3 ή 5:1) και δευτερευόντως από τις συνήθειες της κάθε τοπικής παράδοσης και από τον κάθε τσαμπουνιέρη. Συγκεκριμένα, όταν ο δεύτερος αυλός έχει κι αυτός 5 τρύπες, είναι δυνατόν οι δύο αυλοί να παίζουν σε πλήρη ταυτοφωνία. Καλύπτοντας όμως μόνο τη μία από δύο αντικριστές τρύπες, ο τσαμπουνιέρης μπορεί να δώσει και διάφορους δίφωνους συνδυασμούς, που εγκατασπείρονται ανάμεσα στη μονοφωνική μελωδία ως ποικίλματα. Όταν πάλι ο δεύτερος αυλός έχει μία τρύπα, δίνει μόνο δύο νότες, που ηχούν ως κινητός ισοκράτης παράλληλα με τη μελωδία του πρώτου αυλού, δημιουργώντας έτσι μια εντελώς διαφορετική μουσική πραγματικότητα σε σχέση με την τσαμπούνα 5:5. Τέλος, η τσαμπούνα 5:3 εναλλάσσει διαρκώς τη διφωνία (μελωδία + κινητός ισοκράτης) με τη μονοφωνία, καθώς αποδίδει ορισμένες νότες μονοφωνικά και άλλες με συνοδεία της διαφορετικής νότας του δεύτερου αυλού.

 

Η κατασκευή της τσαμπούνας, αν και έχει πολλά μυστικά, είναι ωστόσο αρκετά απλή ώστε να γίνεται από τον κάθε τσαμπουνιέρη και όχι από ειδικευμένους οργανοποιούς. Οι πρώτες ύλες (δέρμα, καλάμια, κέρατο, ξύλο) βρίσκονται εύκολα μέσα ή γύρω στο κάθε νοικοκυριό του χωριού ή της εξοχής. Επομένως, η απόκτηση μιας τσαμπούνας δεν απαιτούσε χρήματα. Έτσι ήταν πολύ συνηθισμένο όργανο στις προκαταναλωτικές αγροτοποιμενικές κοινότητες, και δέσποζε στη μουσική και κοινωνική ζωή τους μέχρι την περίοδο των βαθιών κοινωνικών τομών που τοποθετείται γύρω στα μέσα του 20ού αιώνα (δεύτερος Παγκόσμιος, Εμφύλιος, μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα, εκσυγχρονισμός επαρχίας). Έκτοτε η δημοτικότητά της υποχώρησε έντονα, αν και όχι στον ίδιο βαθμό σε κάθε τόπο. Μέχρι την εκπνοή του 20ού αιώνα σε μερικά νησιά η τσαμπούνα έσβησε ολοκληρωτικά, σε άλλα λιγοστοί ηλικιωμένοι διατήρησαν ό,τι είχε σωθεί από το άλλοτε πλουσιότερο τοπικό ρεπερτόριο, αλλά και όπου παιζόταν περισσότερο, η χρήση της είχε περιοριστεί σε μικρά ανεπίσημα γλεντάκια. Τακτική παρουσία σε επίσημα γεγονότα, κυρίως δηλαδή γάμους και πανηγύρια, διατήρησε σχεδόν αποκλειστικά στην Κάρπαθο.

 

Γύρω στο 2000 γίνονται τα πρώτα βήματα προς την αναβίωση, αρχικά μεμονωμένα. Αρχίζουν να ενώνονται σ' ένα κοινό ρεύμα με τις διάφορες οργανωμένες μουσικές συναντήσεις, κυρίως τις Παγκυκλαδικές Συναντήσεις Λαϊκών Πνευστών (σήμερα Μουσικές Συναντήσεις Λαϊκών Πνευστών Νοτίου Αιγαίου), και τις συναντήσεις «Ποιμένες Αγραυλούντες» στη Γέργερη της Κρήτης. Σήμερα το κίνημα της αναβίωσης έχει καθιερωθεί και οδεύει προς την ενηλικίωσή του, με επίκεντρα τις Κυκλάδες, το Β. Αιγαίο, την Κρήτη και την Αθήνα, και ενσωμτώνει διάφορες τάσεις, από τη διατήρηση και ανανέωση της παράδοσης μέχρι τον εκσυγχρονισμό της ή και -πιο περιορισμένα- την εντελώς εξωπαραδοσιακή χρήση του οργάνου.

 

ΤΣΑΜΠΟΥΝΕΣ ΕΚΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Όργανα συγγενή, παρόμοια ή και πρακτικά ολόιδια με την ελληνική τσαμπούνα εντοπίζονται σε τρεις κυρίως γεωγραφικές ζώνες: μία στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και τον Καύκασο, μία περί την Αραβικη χερσόνησο και τον Περσικό Κόλπο, και μία στη Βόρεια Αφρική. Στην πρώτη ζώνη, το tulum των Λαζών της Τουρκίας ταυτίζεται σχεδόν με το ομώνυμο όργανο των Ελήνων Ποντίων. Παρόμοια όργανα, με διαφορές κυρίως στις τρύπες των δύο αυλών, είναι το gudastviri και το chiboni στη Γεωργία, το parkapzuk στην Αρμενία και  το shüvïr στο Μαρίι Ελ (αυτόνομη δημοκρατία της Ρωσικής Ομοσπονδίας). Στη δεύτερη ζώνη παίζεται μια παραλλαγή του ίδιου βασικά οργανολογικού τύπου, με 6:6 τρύπες και σκελετό χωρίς καμπάνα, γνωστή ως ney-anbun στο Ιράν ή djirba στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ. Στην τρίτη ζώνη επικρατεί μια άλλη παραλλαγή, με 5:5 ή 4:4 τρύπες, χωρίς σκελετό, και με δύο ξεχωριστές καμπάνες, μία για κάθε αυλό, όπου ανήκουν το mezwed ή mizwid της Τυνησίας και το shkeywa της Αλγερίας.

 

Μια μεμονωμένη και γεωγραφικά απομονωμένη περίπτωση είναι ακόμη το zaqq της Μάλτας, που σχεδόν ταυτίζεται με τις ελληνικές τσαμπούνες 5:1. Πιο απόμακρη είναι η συγγένεια με την οικογένεια των mih ή diple, που παίζονται στην Κροατία σε μια ποικιλία τοπικών παραλλαγών. Τέλος, εδώ πρέπει να ενταχθούν και όργανα που μοιράζονται τα υπόλοιπα γνωρίσματα της τσαμπούνας εκτός από τον ασκό, όπως το αλβανικό zummare και το βάσκικο alboka (ουσιαστικά τσαμπούνες που παίζονται απευθείας με το στόμα, με κυκλική αναπνοή) και τα όργανα με διπλό αυλό τύπου τσαμπούνας προσαρμοσμένο σε κούφια κολοκύθα ή καρύδα, όπως το magudi, το pungi και το bin στις Ινδίες και το Πακιστάν.

 

Η διάδοση του ευρύτερου αυτού οργανολογικού τύπου σε τόσο πολλές μη συνεχόμενες γεωγραφικές περιοχές, και η ποικιλία των επιμέρους παραλλαγών, μαρτυρούν αρχαιότατη καταγωγή, η οποία τοποθετείται πιθανώς στη Μεσοποταμία. Ο οργανολογικός τύπος παραμένει ο ίδιος ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή όχι ασκού (ο οποίος σίγουρα αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση), και δε σχετίζεται με τους υπόλοιπους τύπους ασκαύλου, στους οποίους οι μεν αυλοί ακολουθούν τελείως άλλη λογική, ο δε ασκός είναι θεμελιώδες και αναπόσπαστο χαρακτηριστικό τους.

 

Περικλής Σχινάς

Δρ. Εθνομουσικολογίας (ΕΚΠΑ)

<< Go back to the previous page